Showing posts with label Παιδεία. Show all posts
Showing posts with label Παιδεία. Show all posts

Saturday, September 24, 2016

Tuesday, August 18, 2015

Διαμαρτυρία της Σοφίας Βούλτεψη για αφαίρεση εξεταστέας ύλης για τη Γενοκτονία των Ποντίων

Το θέμα της αφαίρεσης της εξεταστέας ύλης της Γ’ Λυκείου για την Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου, με απόφαση του υπουργείου Παιδείας, καταδικάζει η Συντονίστρια Παιδείας της Νέας Δημοκρατίας, βουλευτής Β΄ Αθηνών, Σοφία Βούλτεψη επισημαίνοντας πως «η κυβέρνηση εξαφανίζει την Ποντιακή Γενοκτονία και σκοτώνει την εθνική μνήμη».

Sunday, August 2, 2015

Η πατρίδα μας έχει ήδη γλώσσα

 Ν. Λυγερός
 -«Όσο πιο πολλές γλώσσες ξέρεις, τόσο πιο ανθρώπινος είσαι» λέει ένα τσέχικο ρητό. Συμφωνούμε κι επαυξάνουμε, διότι είναι βιωματικό.

Saturday, November 9, 2013

Εθνική ταυτότητα και Ευρωπαϊκή Ένωση

Γράφει ο ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΔΕΜΟΣ
*  Οι οπαδοί του αφελληνισμού και της αποχριστιανοποίησης, δήθεν ευρωπαϊστές, χρησιμοποιούν συχνά την Ευρώπη ως πρόσχημα για το γκρέμισμα των ιερών και των οσίων του έθνους μας.

Wednesday, October 23, 2013

Η επέτειος του «ΟΧΙ» στην εποχή του «ναι»...

Μόνο το 1/4 των σημερινών μαθητών έχει ικανοποιητική γνώση των ιστορικών γεγονότων σχετικά με την έναρξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και του ελληνοϊταλικού πολέμου το 1940 .

Saturday, October 19, 2013

Σκοπιανά ΜΜΕ: Το ελληνόφωνο άρθρο της εβδομάδας, δίχως σχόλιο, σε φωτογραφία.






-

Πέρασαν είκοσι και πλέον χρόνια από την εποχή που η Ελλάδα είχε την ευκαιρία να επιβάλει τον γεωγραφικό ή κάποιου είδους επιρρηματικό προσδιορισμό (Βόρεια, Ορεινή, Άνω) που θα ξεχώριζε αυτή τη χώρα (FYROM) από τη Μακεδονία μας ......κλπ...κλπ
19/10/13
..........................

Sunday, October 13, 2013

Η βία, ο νόμος και η εκπαίδευση...



*  Εδώ και χρόνια έχουμε ξεχάσει τις υποχρεώσεις μας για το κοινό καλό. Για τη δημιουργία αυτού του τοξικού περιβάλλοντος η μεγάλη ευθύνη ανήκει στην εκλεγμένη πολιτική ηγεσία, η οποία έχει ξεχάσει τον τρόπο λειτουργίας της δημοκρατίας και τον παιδευτικό της ρόλο. Το γεγονός αυτό έχει ως συνέπεια την απώλεια της πολιτικής αρετής.

Wednesday, October 24, 2012

Υπουργείο Παιδείας: Με την ισχύουσα νομοθεσία η εισαγωγή μουσουλμάνωνστα ΑΕΙ


Στη νομοθεσία που ισχύει για την εισαγωγή μουσουλμάνων μαθητών στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, παραπέμπει το υπουργείο Παιδείας, απαντώντας στις ερωτήσεις των βουλευτών, Νίκου Νικολόπουλου, και Παναγιώτη Ηλιόπουλου, περί προνομιακής μεταχείρισης των μουσουλμάνων υποψηφίων.

Μόνο τρεις γραμμές για τη Μικρασιατική Καταστροφή


Γράφει ο Θωμάς Σίδερης
Την ώρα που σε όλη την Ελλάδα τίμησαν και τιμούν τα 90χρονα της Μικρασιατικής Καταστροφής, στο βιβλίο Ιστορίας Γενικής Παιδείας που διανεμήθηκε φέτος στους μαθητές της Γ΄ Λυκείου η Μικρασιατική Καταστροφή αναφέρεται και αναλύεται μέσα σε μόνο τρεις γραμμές!

Thursday, October 11, 2012

Πριν ένα χρόνο κυνηγούσαν βουλευτές και τώρα κυνηγούν… Πακιστανούς στα πανηγύρια.... Καμιά αλλαγή δεν διαφαίνεται συνολικά για το έθνος.


Γράφει ο Γιάννης Παπαϊωάννου
Τέτοια εποχή πέρυσι οι νέοι κυνηγούσαν βουλευτές στα στενά και στις καφετέριες, γιαούρτωναν αβέρτα και παρήγαγαν event και video υλικο για μας στα social media.

Wednesday, October 3, 2012

Οι ψευδομακεδόνες, η Χρυσή Αυγή και η Σχολή Καλών Τεχνών στη Φλώρινα


Γράφει η Σοφία Βούλτεψη
Η (ψευδής) πληροφορία – διαψεύστηκε αμέσως από το υπουργείο των Εξωτερικών – περί δήθεν ξυλοδαρμού έως θανάτου, από μέλη της Χρυσής Αυγής, ατόμου που αυτοπροσδιοριζόταν ως «Μακεδόνας» δεν δείχνει να αποτελεί απλά άλλο ένα προπαγανδιστικό κεφάλαιο του ψευδομακεδονικού αλυτρωτισμού.

Friday, March 2, 2012

Προσπαθούν να αλλοιώσουν την εθνική μας συνείδηση! ....

Γράφει ο ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΔΕΜΟΣ (proinoslogos gr)

- Κάποτε μιλούσαμε για το θέατρο του παραλόγου. Όταν βλέπαμε μια παράσταση ενός θεατρικού έργου του παραλόγου, προσπαθούσαμε να κάνουμε κάποιες συγκρίσεις με πρόσωπα του κλασικού θέατρου ή και της αρχαίας κλασικής τραγωδίας, για να βρούμε κάποιες απαντήσεις στους προβληματισμούς που δημιουργούσε μια παράσταση ενός έργου του Ιονέσκο, του Καμύ, του Ζαν Ανούιγ, κλπ. Όλα τα παραπάνω είναι προβληματισμοί, που προβάλλονται από μεγάλες πνευματικές μορφές μιας νέας εποχής πάνω σε νέα δεδομένα, σε μια άλλη φιλοσοφία.
Όμως, τι να πει κανείς, όταν αντιμετωπίζει μια εκτεταμένη διαστρέβλωση της ιστορικής αλήθειας, της ένδοξης Ελληνικής Ιστορίας, ή την προσπάθεια καταστροφής μιας γλώσσας, της ελληνικής, που είναι η μητέρα όλων των γλωσσών της Ευρώπης;
Αυτός είναι πραγματικός παραλογισμός: Η ελληνική ταυτότητα δεν υπήρχε πριν από τον 19ο αιώνα. Δημιουργήθηκε έξωθεν σε μια εποχή εθνικισμού, αποικιοκρατίας και επεκτατικού ιμπεριαλισμού. Κοντολογίς κάποιοι από το εξωτερικό μας είπαν τον 19ον αιώνα ότι είμαστε Έλληνες κι εμείς το δεχτήκαμε για να κονομίσουμε (!!!) πουλώντας το παραμύθι ότι είμαστε απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων». Τύφλα να έχει ο Φαλμεράϊερ.
Και ο παραλογισμός συνεχίζεται: «Η αρχαιότητα χρησιμοποιείται σαν πρότυπο υπεριστορικό (!) με αποτέλεσμα να «αποδεικνύει» την αναξιότητα της ελληνικής κοινωνίας και του πολιτισμού της».
Παραλογισμός μέγας είναι και τα παρακάτω: Κάθε αναφορά σε πατρίδα, πατριωτισμό και έθνος είναι συντηρητική, δεξιά και σχεδόν φασιστική πολιτική. Ένδειξη ρατσισμού και στείρου εθνοκεντρισμού είναι και ο ισχυρισμός ότι οι Έλληνες ήσαν πάντα οι αδικημένοι της ιστορίας...
Κλασική ένδειξη ρατσισμού είναι και η γνωστή ρήση «Όταν εμείς φτιάχναμε Παρθενώνες, αυτοί τρώγανε βελανίδια» (αυτή είναι η αλήθεια...).
Εθνικιστικές τάσεις κρύβει (άκουσον, άκουσον) και η επιθυμία να διδάσκεται στη μέση εκπαίδευση η αρχαία Ελληνική γλώσσα. (Η Ζακλίν ντε Ρομιγύ, μια Γαλλίδα με ελληνική ψυχή δίνει την απάντηση: Μια σύγχρονη Ελλάδα, που θα έχανε την επαφή με τους αρχαίους συγγραφείς, θα έχανε επίσης την επαφή με τους σύγχρονους ποιητές της, που είχαν και αυτοί γαλουχηθεί με τις ίδιες αξίες, με τον Καβάφη, με τον Σεφέρη!..).
Αλλά, εκτός των άλλων, η αρχαία ελλληνική είναι το θεμέλιο πάνω στο οποίο πατάει, στηρίζεται γερά η νέα ελληνική. Την απάντηση σ’ αυτό δίνει ο Ευάγγελος Παπανούτσος λέγοντας: «Δεν μπορεί κανείς να μιλήσει και να γράψει σωστά την δημοτική, αν δεν πατάει στέρεα στη γνώση της αρχαίας κλασικής γλώσσας». Αναφέρω τον Παπανούτσο, γιατί δεν μπορεί να τον κατηγορήσει κανείς ως συντηρητικό. Αντίθετα, μάλιστα, θεωρείται ως ένας από τους πιο προοδευτικούς στα θέματα της Γλώσσας και της Παιδείας.
Παράλογο είναι και η διαστρέβλωση της ιστορίας: εξώφθαλμα εξοργιστικό ήταν το σχολικό εγχειρίδιο της κ. Ρεπούση που μας πληροφορούσε ότι τον Αύγουστο του 1922 οι Έλληνες της Ιωνίας (Μ. Ασίας) «συνωστίζονταν» στο λιμάνι της Σμύρνης να μπουν στα καράβια, για να προλάβουν να πάνε για τουρισμό στην Ελλάδα. Είναι να λυπάται κανείς, εκτός των άλλων, για την πλήρη έλλειψη τακτ. Δεν σκέφτηκαν ότι ζουν ακόμη κάποιοι άνθρωποι που έζησαν τη φρίκη της κολάσεως σε κείνα τα παράλια. Αλλά και τα παιδιά τους και τα εγγόνια τους έζησαν νοερά τα γεγονότα από τις παραστατικές διηγήσεις γονέων και παππούδων, όταν τους διηγόταν ότι ακόμη και τα ευρωπαϊκά καράβια στο λιμάνι, για να τηρήσουν ουδετερότητα, δεν δέχονταν όσους έπεφταν στη θάλασσα και πιάνονταν από τα σχοινιά των καραβιών. Οι ναύτες έκοβαν τα σχοινιά για να πέσουν στην θάλασσα...
Την εικόνα των θηριωδιών κολάσεως των ημερών εκείνων στην Ιωνία αποδίδει τέλεια ο τότε πρόξενος των ΗΠΑ στη Σμύρνη Τζορτζ Χόρτον, ο οποίος γράφει: «Ντρέπομαι που είμαι άνθρωπος».
Πώς να μη πούμε παράλογο αυτό που είπε μεγαλόσχημος Έλληνας: «Οι Έλληνες που έκαναν την Επανάσταση του 1821 ήταν ένα μάτσο αγραμμάτων και αδαών χωρικών που μετά βίας μιλούσαν ελληνικά...».
Κατά τον μεγαλόσχημο, οι επαναστάτες έπρεπε να είναι μορφωμένοι για να έχει αξία η ελευθερία που μας χάρισαν με το αίμα και τη ζωή τους!..
Εκτός από τα περιστατικά αυτά όλη η ελληνική ιστορία διαστρεβλώνεται ή περιορίζεται σε επιγραμματικές αναφορές. Έτσι, προετοιμάζεται το έδαφος για το ιδεολογικό υπόβαθρο της νέας γενιάς, το οποίο θα ταυτίζεται με αυτό της παγκοσμιοποίησης...
Όσον αφορά στο θέμα της γλώσσας τα τελευταία τριάντα χρόνια υπάρχει μια κατιούσα πορεία που συνεχίζεται χωρίς προοπτική να ανακοπεί. Ξεκίνησε με την κατάργηση της διδασκαλίας (αρχικά) των αρχαίων ελληνικών κειμένων και την καθιέρωση της διδασκαλίας από μεταφράσεις. Ακολούθησε η επιβολή του μονοτονικού. Μάταια η Ελληνομαθής καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο του Παρισιού και Ακαδημαϊκός Ζακλίν Ντε Ρομιγύ που έζησε και πέθανε ερωτευμένη με την Ελλάδα, το 1995, όταν το ίδρυμα Ωνάση την εβράβευσε, έκανε έκκληση από το επίσημο βήμα της Πνύκας και είπε: «Προστατέψτε τη γλώσσα σας τα αρχαία Ελληνικά. Ήταν λάθος η κατάργηση των τόνων».
Εμείς εκεί. Πεισματικά και εχθρικά. Και η ταυτόχρονη κατάργηση διαχρονικών συνεκτικών δομικών κανόνων ορθογραφίας και Γραμματικής οδηγούν στην καταστροφή της ελληνικής γλώσσας. Παρά τις επισημάνσεις μεγάλων πνευματικών μορφών. Ένας από αυτούς είναι και ο μεγάλος Ολλανδός ουμανιστής και θερμός Ελληνιστής Έρασμος, που έλεγε για την γλώσσα των Ελλήνων: «Αν εξαφανιστεί η Ελληνική Γλώσσα θα φτωχύνει η παγκόσμια διανόηση...».
Και εμείς τι κάνουμε; Εκτός αυτών που είδαμε πιο πάνω, πόσοι μεγαλόσχημοι είναι πρόθυμοι να εισαγάγουν την αγγλική ως δεύτερη επίσημη γλώσσα του κράτους!.. Μια γλώσσα που είναι ένας αχταρμάς γλωσσών, που οι μισές λέξεις της προέρχονται από την ελληνική.
Μετά την ομαδική και σφοδρή αντίδραση στην προσπάθεια επιβολής της αγγλικής ως δεύτερης γλώσσας, άρχισε ένας άλλος ύπουλος τρόπος, μία άλλη μέθοδος για την διάδοση και επικράτησή της σε βάρος των εθνικών γλωσσών και φυσικά και της ελληνικής.
Γι’ αυτό και στα σχολεία γίνεται ειδική μεταχείριση της αγγλικής σε σχέση με τις άλλες ξένες γλώσσες. Ενώ για όλες τις άλλες γλώσσες η διδασκαλία είναι προαιρετική (επιλογή), η διδασκαλία των αγγλικών είναι υποχρεωτική. Έτσι, έμμεσα έχουμε «αναβάθμιση» της αγγλικής στα σχολεία.
Αλλά, υπάρχει και άλλος τρόπος. Είναι τα λεγόμενα greeklish, δηλαδή η απόδοση ελληνικών λέξεων με λατινικά γράμματα. Η μέθοδος αυτή χρησιμοποιείται στις σύγχρονες μορφές επικοινωνίας. Η υβριδιακή αυτή γλώσσα χρησιμοποιείται τόσο στο Ίντερνετ και στις ιστοσελίδες κοινωνικής δικτύωσης, όσο και στα μηνύματα που ανταλλάσσουν μέσω κινητών (ορθότερα φορητών) τηλεφώνων και emails.
Εκ πρώτης όψεως φαίνεται σαν μία αθώα αναπαράσταση της γλώσσας για διευκόλυνση της επικοινωνίας. Η συνεχής χρήση της όμως, κυρίως από τους νέους που δεν κατέχουν ακόμη τους κανόνες γραφής της ελληνικής, σίγουρα θα δημιουργήσει προβλήματα στην εκμάθηση της ορθογραφίας.
Όπως βλέπουμε, η προπαγάνδα της παγκοσμιοποίησης καλά κρατεί. Η ελληνική γλώσσα αλλοιώνεται συνεχώς, η ελληνική ιστορία διαστρεβλώνεται, η Ορθοδοξία πολεμείται παντοιοτρόπως... Και το μέλλον αόρατο!..

(proinoslogos gr)

Friday, February 17, 2012

Σπίτια γκρεμισμένα ....

24grammata.com/ Λόγος

Γράφει ο Απόστολος Θηβαίος
 

Λίγες σκέψεις μπροστά στο μισογκρεμισμένο σπίτι του ποιητή Καρούζου στο Ναύπλιο και η αναπόφευκτη σύγκριση του “με το μεγάλο ελληνικό σπίτι” το οποίο, επίσης, καταρρέει

Πρόσφατα, το κυριακάτικο φύλλο της εφημερίδας «Καθημερινή» φιλοξενούσε ένα ενδιαφέρον, σύντομο άρθρο, σχετικό έμμεσα, αλλά σαφώς την ίδια στιγμή, με τον πολιτισμό μας και το σεβασμό, ο οποίος επιδεικνύεται προς αυτόν. Το άρθρο αναφερόταν στην εγκατάλειψη του πατρικού σπιτιού του ποιητή Νικόλαου Καρούζου, στο Ναύπλιο της Αργολίδας. Η φωτογραφία μπορούσε εύγλωττα να αποκαλύψει του λόγου, το αναγκαίο, αληθές. Η αποτύπωση ενός δωματίου, με διαλυμένα παράθυρα, σωρούς σκουπιδιών και βιολογικού υλικού στα άλλοτε προσεγμένα, ξύλινα πατώματα, ένα τραπέζι με αποτρόπαια σύνεργα μιας εσωστρεφούς νεότητας. Τούτα συνιστούν το σκηνικό της εγκατάλειψης, όπως παρουσιάζεται στη σύντομη ανταπόκριση. Το ζήτημα έχει προεκτάσεις ενώ μια προσεκτικότερη εξέτασή ή μία, διά τούτης της αφορμής επισήμανση της σχετικής σημειολογίας, θα συνέβαλε αποφασιστικά στην εξαγωγή χρήσιμων, όσο και θλιβερών συμπερασμάτων.
Είναι γεγονός πως μες στο κλίμα της γενικής ανέχειας, τη στιγμή, την οποία ένας μεγάλος αριθμός συμπολιτών και κυρίως συνανθρώπων μας ζουν κάτω από το περίφημο όριο της φτώχιας, κρίνεται δευτερεύον το ζήτημα της διαμόρφωσης μιας ξεκάθαρης και ισχυρής, πολιτιστικής ταυτότητας, η οποία θα συντροφεύει και θα συνιστά το βασικό και καίριο αποτύπωμα του σύγχρονου, ελληνικού κόσμου. Συνιστά λοιπόν, ο πολιτισμός και η ανάδειξή του θέμα ελάσσονος σημασίας όταν άνθρωποι γύρω μας και δη νέοι, όντας σε άκρως παραγωγική ηλικία στερούνται της δυνατότητας δημιουργικής έκφρασης. Η θέσπιση ειδικών δελτίων στα δημόσια, σχολικά ιδρύματα για την αντιμετώπιση του φαινομένου υποσιτισμού ανάμεσα στα παιδιά εργατικών, αθηναϊκών περιοχών αποτελεί μία ελάχιστη ένδειξη για τη γενικότερη, επικρατούσα κατάσταση.
Ο πολιτισμός, η έκφρασή του μέσω των τεχνών συνιστά λοιπόν μια αδιάφορη πια διαδικασία. Ο λόγος, οι μορφές, η θεατρική έκφραση ή ακόμα και ο φιλμικός λόγος δεν μπορούν να αποτελέσουν προτεραιότητα για μια εποχή και μια κοινωνία καταδικασμένη στη θλιβερή ατομικότητα της οικονομικής ανεπάρκειας.
Διατηρώντας πια την αφετηρία του άρθρου αλλά απομακρυνόμενοι από το ειδικό του βάρος, καλούμαστε να προβούμε σε συμπεράσματα. Ο σύγχρονος Έλληνας, εκείνος που καλείται με τον πλέον άκομψο τρόπο να εξασφαλίσει τα ελάχιστα για τη διαβίωσή του δεν διαθέτει πια κανένα έρεισμα, κανένα στήριγμα σε μια τραγική καθημερινότητα. Το λαμπρό, ιστορικό παρελθόν του φαντάζει πια αχνό, οι άνθρωποι που το έθρεψαν με την τέχνη τους τώρα περνούν στη λήθη, πρόκειται περί αδιάφορων ονομάτων στους παλαιούς μας τύμβους. Και όμως, σε τούτη την ιστορική συγκυρία οι άνθρωποι, οι οποίοι «τραγούδησαν» τούτο τον τόπο ορθώνονται ξανά ως σηματωροί. Είναι με άλλα λόγια εκείνοι που μπορούν να μας δείξουν τις αναγκαίες κατευθύνσεις. Σε κάθε εποχή, σε κάθε ιστορικό σταυροδρόμι και κάλεσμα ετούτου του λαού, ταγοί του αληθινοί και ειλικρινείς στάθηκαν πρόσωπα αναθρεμμένα από τα σπλάχνα του, από το κυρίως, δοκιμαζόμενο σώμα του. Για τούτο, λοιπόν το λόγο το άρθρο για το οίκημα Καρούζου έχει ένα εντονότατο ενδιαφέρον. Διότι δεν πρόκειται για ένα απλό οικοδόμημα, για ένα χώρο ο οποίος μπορεί να στηρίξει τις στεγαστικές ανάγκες ενός κέντρου νεότητας ή μιας κοινότητας θεραπευτικής.
Κάθε σπίτι, όπως αυτού του Νίκου Καρούζου κρατά μες στους τοίχους του το πνεύμα, εκείνο το οποίο συμβόλισε ο ποιητής, ο άνθρωπος. Και είναι σε τούτα τα υποστυλώματα που ο καινούριος άνθρωπος μπορεί να στήσει τις δοκούς του μέλλοντός του. Σε τέτοιες εποχές εξαθλίωσης, κατάργησης του συλλογικού οράματος εκείνοι που περιέγραψαν την οδύνη και προσέφεραν τη δημιουργική τους σκέψη στην κοινή πορεία ίσως να αποτελούν σήμερα το μόνο, αναγκαίο εφόδιο για τη χάραξη της πορείας. Μορφές απλές, καθημερινές, οι οποίες συνέλαβαν το στίγμα, όχι μιας εποχής, αλλά εκείνου που ορίζεται ως «ελληνικότητα» συνιστούν τώρα το βατήρα για τη διαφυγή από τις αγωνίες και τα «τέρατα» των καιρών. Σε αυτά τα ανθρώπινα στηρίγματα θα πρέπει να πιαστεί ο καινούριος Έλληνας για να αποφύγει το βέβαιο, όπως φαίνεται πνιγμό του. Και δεν πρόκειται περί σκουριασμένων λαβών, ανίκανων να σηκώσουν το βάρος της επίκαιρης απαίτησης. Οι άνθρωποι αυτοί με το λόγο και τη γεωμετρία, τον πνευματικό όγκο τους δεν μπορούν παρά να αποτελούν για κάθε εποχή το φωτεινό σηματοδότη, εκείνον που θα επιτρέψει τη διέλευση προς μια νέα πραγματικότητα, απαλλαγμένη από τις παθήσεις του φιλελευθερισμού, όπως ο τελευταίος εξαπλώθηκε και διείσδυσε καταλυτικά σε κάθε δράση και κάθε τομέα.
Το σπίτι του Καρούζου στο Ναύπλιο είναι πολλά περισσότερα από όσα δείχνει. Συνιστά μια ολόκληρη ήπειρο, ένα καταφύγιο για να προφυλαχτούμε από τις καταρρακτώδεις απελπισίες του καιρού. Η πνευματικότητα, η οποία εκπέμπεται και συμβολίζεται μέσω αυτού μπορεί και με σιγουριά θα υπερισχύσει των ανώφελων πλατιασμών, με τους οποίους σπάρθηκε η καταρρέουσα τάξη των πραγμάτων. Η νέα γενιά, έχοντας συνειδητοποιήσει την ανώφελη πορεία της μεταπολιτευτικής Ελλάδας προς μια τεχνοκρατικότερη αντίληψη γυρεύει να προσδιορίσει εκ νέου τα όρια, τα σύνορα ενός αγέννητου, ακόμα ελληνισμού πασχίζει να ορίσει. Και υφίσταται πια ξεκάθαρο, έπειτα από την αποτυχία ενός δόγματος, πως η ελευθερία της σκέψης, η προσήλωση στα ζητήματα του φωτός, όπως στηρίχτηκαν από την ελύτεια ποίηση, η αγωνιώδης κραυγή του Κατσαρού, η βαθιά δομή του κινηματογραφικού λόγου, το «ελληνικό» δοσμένο όπως είναι, προφυλαγμένο μες στον παρθενικό υμένα της φυσικής ζωγραφικής του Θεόφιλου, η αυτοκριτική της αποτυχίας της άρχουσας τάξης και όσων πρεσβεύει από τον ποιητή Σεφέρη, ο καβαφικός λόγος, η κριτική, ελληνική σκέψη, κοσμοπολίτικη, ρευστή, προσανατολισμένη στο ανθρώπινο στοιχείο, είτε αυτό ταυτίζεται με την ηδονιστική πλευρά του, την πολιτική, την καθημερινή, η ανατρεπτική συλλογιστική, εκφρασμένη με την ονειρική και υπερρεαλιστική αναλαμπή του Ρίτσου. Όλα τούτα είναι ορόσημα, δείχνουν και αποδεικνύουν την ίδια στιγμή το ελληνικό πνεύμα, τη δομή και το νεωτερισμό, ο οποίος τόσο καθολικά το χαρακτηρίζουν. Από τούτα τα στοιχεία και άλλα τόσα, σπουδαία και συστατικά, διέπεται η ελληνική σκέψη και σε τούτα στρέφεται πάντα, μεταβάλλοντας τη δημιουργική εσωστρέφειά του προς μια επικρατούσα, εξωστρεφή συμπεριφορά, με την οποία συνδιαλέγεται και καθίσταται οικουμενική στις προτάσεις και την εκφορά της.
Διατυπώνονται ήδη αρκετές απόψεις διαμαρτυρίας για την τραγική κατάσταση της οικίας Καρούζου στην αργολική γη. Ίσως η ιδιωτική πρωτοβουλία εξασφαλίσει τη λύση στο όλο θέμα, ίσως πάλι ετούτη η κατάσταση να απαιτεί μια γενικότερη μεταβολή της σύγχρονης θεώρησης, όχι για εκείνο που καλείται μνημείο, μα για εκείνο, το οποίο μπορεί να αποφύγει την ιστορική του αποκατάσταση και να παραμείνει παροντικός παράγοντας πολιτισμού. Η αναλογία χαρακτηρίζει το ακόλουθο, υποβλητικό παράδειγμα. Αφορά το «μεγάλο, ελληνικό σπίτι», εκείνο που καταρρέει, παρασύροντας τοίχους, οροφές, ενοίκους. Όλοι στοιβαγμένοι με συντρίμμια δεν μπορούν πια να αρθρώσουν λόγο. Για να σωθούμε, λοιπόν, πρακτικά μιλώντας, ίσως θα πρέπει, ίσως να ήρθε ο καιρός να στήσουμε ισχυρότερα θεμέλια σε τούτη τη σπουδαία οικεία, να κρατήσουμε όρθια την οροφή, τώρα που έχει παραστεί η ανάγκη να αναλάβουν όλα και εμείς μαζί, μια οδό κατά τον ουρανό. Εκείνη που κάποτε επαναλάβαμε, εκείνη που διδασκόμαστε ακόμα, εκείνη που θα σταθεί για όλους τους καιρούς, η μόνη, η πιο αρμόζουσα, πέρα από εθνικοφροσύνες και ληγμένα δόγματα, οδός διαφυγής. Ο ρόλος, τον οποίο απέδωσε ο Βάρναλης κάποτε στη σολωμική παρουσία, φαντάζει επίκαιρος, λυτρωτικός, στοχευμένος και ακριβής. Ο καινούριος Έλληνας συνιστά έναν ζωντανά, μεταβατικό άνθρωπο. Όχημα, η σπουδή του παρελθόντος, η επικαιροποίηση μιας πνευματικής, λαμπρής «υπερβατικής, άρχουσας τάξης.»  Στην ελληνική πίστη θα πρέπει να στραφούμε, στην τόσο ξεχωριστή, τώρα που βρισκόμαστε εμπρός σε συγχύσεις, αοριστίες, σε φρούδες παρηγοριές εκκλησιαστικών ταγών. Τώρα που κινδυνεύουμε να χαθούμε, απλά και μόνο γιατί το αίσθημα της ψυχής μας δεν το κοινωνούμε, μα το εξαντλούμε ή στην καλύτερη τω περιπτώσεων το λησμονούμε, το αγνοούμε περιφρονητικά.

(24γραμματα)

Wednesday, February 1, 2012

Το πρόβλημα της παράδοσης. [Η προφορική παράδοση με αφορμή τον Καραγκιόζη] ...

Γιάννης Κιουρτσάκης
-

Το ζήτημα δεν είναι τόσο ποια πράγματα τελείωσαν, αλλά με τι αντικαθιστούμε, εμείς που ζούμε, όπως κάθε πράγμα της ζωής, μέσα στη φθορά και την αλλαγή, τα πράγματα που νομίζουμε τελειωμένα.

Γιώργος Σεφέρης

-

ΑΣ ΑΡΧΙΣΩ μ’ ένα επεισόδιο του Καραγκιόζη, που μου αρέσει να μνημονεύω. Ο Μπαρμπαγιώργος, που δεν ξέρει γράμματα και θέλει να στείλει γράμμα στο χωρίο του, πάει να βρεί τον διορισμένο από το σεράι γραμματικό, ο οποίος δεν είναι άλλος από τον ανηψιό του: τον εξίσου αγράμματο αλλά θεομπαίχτη Καραγκιόζη που, όπως συνήθως, δήλωσε μιάν ιδιότητα με την οποία δεν έχει καμία σχέση και ανέλαβε «επισήμως και δημοσίως» καθήκοντα γραμματικού. Έκπληξη του Μπαρμπαγιώργου, ανάμικτη με θαυμασμό για το «γραμματιζούμενο ανιψίδι του», αλλά και με δυσοίωνα προαισθήματα για κάποιο επικέιμενο «χ’ νέρι». Αλλά ο αμαθής βλάχος, αντικρίζοντας τον ψευτογραμματικό, καθώς η επιστολή που σχεδιάζει να στείλει περιέχει ένα λυπητερό, καταπώς αισθάνεται, μήνυμα – το μήνυμα ότι το «π’δί τον Μητρούση τον πήραν αστρακαθιώτη (= στρατιώτη) και τον φράγκεψαν και του δώσαν μια καραμούζα να γυρίζει στα παζάρια και να κάνει τάρ τάρ τάρ» – απαιτεί, λοιπόν, το γράμμα αυτό να πάει «κλαφτό και μοιριολογιστό», ακριβώς όπως το υπαγορεύει· και προστάζει τον ανηψιό του να κλαίει κι αυτός την ώρα που γράφει, ώστε να ολοκληρωθεί η «κλαφτή» διαβίβαση. Φυσικά, ο Καραγκιόζης, που έτσι κι αλλιώς «γράφει» στα κουτουρού, σαν γνήσιος «γραμματοτυφλός» που είναι (ο χαρακτηρισμός δικός του), όχι μόνο δεν κλαίει αλλά σκάει στα γέλια. Καθώς όμως ο μπάρμπας του αγριεύει, σκαρφίζεται, για να ξεφύγει, ένα τέχνασμα: να βάλει τον αδαή χωριάτη να μιλήσει δήθεν στο τηλέφωνο – «τηλέφωνο» που δεν είναι στην πραγματικότητα παρά ένα χωνί παλιού γραμμοφώνου – ενώ ο ίδιος θα μιμείται από την άλλη άκρη του χωνιού τη φωνή της θειά-Γιωργούλας, της παραλήπτριας του γράμματος. Θάμβος του Μπαρμπαγιώργου, καθώς ακούει δίπλα του τη θειά-Γιωργούλα, δίχως να τη βλέπει· θάμβος μπροστά στα πράματα και τα θάματα που βγάζει κείνη η «Ογρωπή»: ως τη στιγμή που ανακαλύπτει το «χ’ νέρι» – και η σκηνή τερματίζεται με το ξυλοφόρτωμα που φαντάζεστε[1].

Έλεγα πως το επεισόδιο αυτό μου αρέσει να το μνημονεύω. Και τούτο γιατί, κάθε φορά που το ξανασκέφτομαι, μένω με τη σειρά μου έκθαμβος μπροστά στα πράγματα που μπορεί να κουβαλάει ένα λαϊκό θέατρο – πράγματα που κι εγώ και κάμποσοι άλλοι προσπαθήσαμε να μελετήσουμε, ξεκινώντας από το παράδειγμα του Καραγκιόζη ή κάποιο ανάλογο, χωρίς, ωστόσο, πιστεύω, ο εκτενής θεωρητικός μας λόγος να εξαντλήσει ποτέ όλα όσα με άκρα πυκνότητα και οικονομία μας λέει μια τέτοια σκηνή. Συνοψίζω: από τη μια, ο αγράμματος βοσκός, ο πρωτόγονος χωρικός που η φιγούρα εξεικονίζει μόνη της έναν κόσμο: τον κόσμο του αγροτικού πολιτισμού, της προφορικής παράδοσης, της αμιγώς προφορικής επικοινωνίας. Από την άλλη, ο παμπόνηρος κατεργάρης της πόλης, ο Καραγκιόζης, που παίζει εδώ αδιαίρετα τον ρόλο του αγύρτη, του τσαρλατάνου, και εκείνον του δημόσιου υπάλληλου του σεραγιού, δηλαδή την ανίκανη και διαφθαρμένη γραφειοκρατία ενός υπανάπτυκτου και υποδιοικούμενου κράτους· που εξεικονίζει έτσι πιο πλατιά τον κόσμο της νεοελληνικής πόλης, όπως αυτός εμφανιζόταν στην εποχή της ακμής του Καραγκιόζη – κι ίσως όχι μόνο σ’ αυτήν. Από τη μια, η αμεσότητα της προφορικής επικοινωνίας που, καθώς κινητοποιεί όλες μαζί τις αισθήσεις, δίνει στον κάθε συνομιλητή  τη δυνατότητα να μεταδώσει όχι απλώς μια πληροφορία, αλλά τον καημό του, τον πόνο του, την ψυχή του· να βάλει στον λόγο του ολόκληρο τον εαυτό του όχι μόνο με όσα λέει, αλλά και με τον τρόπο που τα λέει, με τον ρυθμό και τον τόνο της φωνής του, με το βλέμμα και την έκφραση του προσώπου του, με τις χειρονομίες του ή ακόμα μ’ ένα τραγούδι, όπως είναι το μοιρολόγι. Από την άλλη, η γραφή που, κατά τα φαινόμενα, παίρνει αυτόν τον ολοζώντανο λόγο, αυτήν την πολυεπίπεδη επικοινωνία και τους φυλακίζει σ’ ένα άψυχο και επίπεδο φύλλο χαρτιού, φορτωμένο με τα αφηρημένα σχήματα που λέγονται γράμματα· που φτωχαίνει, με άλλα λόγια, αυτήν την έκφραση κι αυτήν την επικοινωνία, όσο τουλάχιστον ο Μπαρμπαγιώργος δεν γίνεται συγγραφέας: όσο δεν κατορθώνει όχι απλώς να μάθει γράμματα, αλλά και να κατακτήσει το στοιχειώδες εκείνο ύφος γραφής, χάρη στο οποίο ο καημός του, που εκδηλώνεται τόσο σπαρταριστά στον προφορικό του λόγο, θα περνούσε κάπως στο γράμμα του. Όμως, για την ώρα, όχι μόνο δεν διακρίνουμε τέτοια προοπτική, αλλά και τα γράμματα στα οποία υποτίθεται ότι μετατρέπονται τα λόγια του Μπαρμπαγιώργου δεν είναι παρά οι άθλιες μουντζούρες, του οποίου θύμα πέφτει και πάλι ο ταλαίπωρος βλάχος. Εκείνο που παίζεται μπροστά μας είναι η εκμετάλλευση του αγράμματου κόσμου της υπαίθρου από τους δήθεν γραμματισμένους αστούς, τους κάθε λογής ψευτο-επιστήμονες ή μισο-επιστήμονες της νεοελληνικής πόλης· και είναι, ακόμα γενικότερα, η αλλοτρίωση που προκαλεί στις ανθρώπινες σχέσεις ο νεωτερικός πολιτισμός όταν εισβάλλει βίαια σε μια παραδοσιακή κοινωνία. Ένα δράμα που παίζεται επίσης σε αμέτρητες παραλλαγές και στη σκηνή της ζωής μας – στο σημείο αυτό θα χρειαστεί να επανέλθω.

Τώρα ας θυμηθούμε πρόχειρα και επί τροχάδην λίγα ακόμα καραγκιοζίστικα δρώμενα. Ας θυμηθούμε πώς αυτός ο «λουμποδύτ’ ς», ο Καραγκιόζης, δεν βρίσκει άλλον προστάτη, κάθε φορά που αντιμετωπίζει την εξουσία και τα όργανά της, από αυτόν ακριβώς τον εξαπατημένο βλάχο – το αίμα του. Ας θυμηθούμε την παροιμιώδη φράση του τελευταίου, όταν αντικρίζει το ανιψίδι του στα χέρια του Βεληγκέκα: «Έχει και μπάρμπα το π’ δί!». Οικογενειακό και εθνικό φιλότιμο, συγγενική αλληλεγγύη, σχέσεις προστασίας, στενοί δεσμοί του χωριού με τη μόλις σχηματισμένη νεοελληνική πόλη: όλα αυτά τα βιώματα, όλες αυτές οι σχέσεις, όλες αυτές οι ιδεολογικές αξίες και οι ψυχικές στάσεις του νεοελληνικού κόσμου θησαυρισμένες σε μια μικρή φράση και με μεγαλύτερη πληρότητα απ’ ό,τι στην πιο πετυχημένη ηθογραφία…Ας θυμηθούμε στην παράγκα του Καραγκιόζη: αυτό το ετοιμόρροπο κι όμως παράξενα ανθεκτικό κατάλυμα, το οποίο αποτυπώνει όχι μόνο την αντίθεση φτώχειας και πλούτου, υπηκόων και εξουσίας, έτσι που στέκει απέναντι στο φανταχτερό και μεγαλόπρεπο σεράι του πασά, ούτε μόνο το ήθος της παλιάς νεοελληνικής αστικής φτωχογειτονιάς, αλλά επίσης – και ίσως πάνω απ’ όλα – την εγγενή προσωρινότητα και τη μόνιμη ανασφάλεια όλης μας της κοινωνικής υπόστασης……………………………………………………………………………………

Εκείνο δηλαδή που υποστηρίζω είναι απλά ότι αυτό το «πρωτογενές», καθώς λέμε, θέατρο μεταφέρει κρίσιμες εμπειρίες του τόπου μας, ότι κατορθώνει να πιάσει στα δίχτυα του κάτι από το ασύλληπτο νεοελληνικό γίγνεσθαι και να το μετουσιώσει σε συμβολική εικόνα, μεταδίδοντας έτσι κάθε βράδυ στους θεατές του μια βαθιά – ανεπίγνωστη έστω – γνώση για τον κόσμο όπου ζούν, μιαν οξύτατη ευαισθησία απέναντι στην κοινωνική πραγματικότητα· κάτι που τόσο σπάνια πετυχαίνουν τα μαζικά θεάματα τα οποία ονομάζουμε σήμερα λαϊκά – παρά τα πλούσια μέσα που επιστρατεύουν και παρά τον υποτιθέμενο ρεαλισμό τους. Κι αυτή η διαπίστωση γεννάει ένα σημαντικό ερώτημα που πρέπει να αντιμετωπίσουμε τώρα.

Τι είναι λοιπόν εκείνο που επέτρεψε σ’ αυτό το «απλοϊκό» θέατρο να φορτιστεί με τόση αλήθεια; Πράγμα ακόμη πιο θαυμαστό: πώς αυτό το ξένο πολιτισμικό προϊόν – αφού ο Καραγκιόζης ήρθε στον τόπο μας από την Τουρκία και διαμορφώθηκε ως ολοκληρωμένο ελληνόφωνο θέαμα, με το τυπικό σκηνικό και τα τυπικά πρόσωπα που ξέρουμε, μόνο γύρω στα τέλη του περασμένου αιώνα – πώς αυτό το προϊόν μπόρεσε να γίνει ένας τόσο πιστός καθρέφτης του νεοελληνικού κόσμου, μια τόσο γνήσια έκφραση νεοελληνικού πολιτισμού;

Τέτοια ερωτήματα με παρακίνησαν εδώ και χρόνια να μελετήσω τον Καραγκιόζη[2]. Και η πιο ικανοποιητική σχετική απάντηση που μπόρεσα να βρώ εί –  ναι ότι αυτό το θέατρο στάθηκε δημιούργημα πολλών ανθρώπων – προϊόν συλλογικής επεξεργασίας. Αν, δηλαδή, ο Καραγκιόζης αποκαλύπτεται ομοούσιος με την κοινωνία και τον πολιτισμό μας, αυτό πρέπει να οφείλεται πρώτα στο γεγονός ο ίδιος είναι ένα απόσταγμα κοινών εμεπιριών, αξιών, και στάσεων που μετάγγισε στάλα στάλα στις παραστάσεις του η ίδια η νεοελληνική κοινότητα· ένα έργο ομαδικό. Και όταν λέμε ομαδικό, λέμε κατ’ ανάγκην παραδοσιακό: έργο που παραδίδεται από τον ένα τεχνίτη στον άλλο κι από τη μια γενιά στην άλλη, ώστε να γίνει κοινό κτήμα.

Αυτή είναι σχηματικά η ιδέα που δοκίμασα άλλοτε να αναπτύξω: ότι η ομαδική δημιουργία του Καραγκιόζη δεν είναι παρά η άλλη όψη του γεγονότος πως έχουμε να κάνουμε με μια παράδοση και μάλιστα με παράδοση προφορική: με έργα που παραδίδονται από στόμα σε στόμα μέσω μιας πρακτικής μαθητείας και χωρίς τη μεσολάβηση της γραφής· ακριβώς όπως γίνεται και με το δημοτικό τραγούδι, τα παραμύθια, τις διηγήσεις, τις παροιμίες, με όλα τα είδη του παραδοσιακού λαϊκού λόγου, καθώς και της μουσικής. « Ο Καραγκιόζης δεν γράφεται, λέγεται» είπε κάποτε στον Βάρναλη ο Μόλλας. Και τούτο είναι αποφασιστικό για την εμφάνιση της συλλογικής επεξεργασίας που υπαινίχθηκα. Πρώτο, ένα έργο, που δεν καθηλώνεται σε γραπτό κείμενο, αλλά κυκλοφορεί από στόμα σε στόμα, διαφοροποιείται κατ’ ανάγκην από τους διαδοχικούς ερμηνευτές του, οι οποίοι – έστω και άθελά τους – το παραλλάσουν ακατάπαυστα κι επομένως το αναδημιουργούν· και όποιος είναι λίγο εξοικειωμένος με τον Καραγκιόζη ξέρει καλά πώς ο λόγος κάθε παράστασης είναι διαφορετικός από τον λόγο όλων των προηγούμενων παραστάσεων – ακόμα κι όταν μιλάμε για παράσταση του ίδιου έργου, παιγμένη από τον ίδιο καραγκιοζοπαίχτη, στη διάρκεια της ίδιας βραδιάς. Δεύτερο, αυτή η αέναη δημιουργία έχει εξ αρχής μια διάσταση συλλογική, καθώς ο καραγκιοζοπαίχτης – και κάθε προφορικός τεχνίτης – πλάθει την παράσταση και τον λόγο του όχι κλεισμένος στο γραφείο, αλλά μέσ’ από ένα συνεχή διάλογο με το κοινό που έχει μπροστά του, το οποίο επηρεάζει έτσι καθοριστικά, με τον έλεγχο και τις παραγγελίες του, τη δουλειά του τεχνίτη. Τρίτο, καθώς αυτός ο διάλογος επαναλαμβάνεται από παράσταση σε παράσταση, το αρχικό δημιούργημα μεταμορφώνεται ασταμάτητα σ’ ένα νέο έργο που τείνει να ανταποκριθεί ολοένα και πιο ικανοποιητικά στις ανάγκες και στα γούστα της ευρύτερης πολιτισμικής κοινότητας. Και τέταρτο, καθώς το έργο αυτό συντηρείται όχι σ’ ένα τυπωμένο βιβλίο ή χειρόγραφο, αλλά αποκλειστικά μεσ’ από τις αλλεπάλληλες ζωντανές εκτελέσεις του, μπορούμε να είμαστε σίγουροι πως ό,τι επιζει από τις αμέτρητες καινοτομίες των τεχνιτών, ό,τι καθιερώνεται ως παράδοση είναι μονάχα εκείνο που άρεσε στην ευρύτερη κοινότητα, εκείνο που συγκράτησε η συλλογική μνήμη και, επομένως, ενέκρινε η ομάδα…………………..μιά τέτοια δημιουργία συντελείται πάντα μέσα στο αυστηρό πλαίσιο μιάς παράδοσης, στηρίζεται πάντα σε μια παράδοση, η οποία βρίσκεται πίσω και από τους αυτοσχεδιασμούς κάθε καραγκιοζοπαίχτη και από τη συνεργασία του παραδοσιακού κοινού του Καραγκιόζη……………………

Να λοιπόν που ο Καραγκιόζης οδηγεί σ’ ένα γενικότερο στοχασμό γύρω από την παράδοση – κι όχι μόνο την προφορική. Γιατί η προφορική παράδοση αποτελεί, όπως ελπίζω θα φανεί λίγο λίγο, τη μήτρα κάθε παράδοσης, τον αναπαλλοτρίωτο πυρήνα της ίδιας της έννοιας του παραδοσιακού.

Συνήθως, όταν μιλάμε για παράδοση, σκεφτόμαστε κάτι στατικό, που ταυτίζεται πάνω κάτω με την προσκόλληση στο παρελθόν, τη συντήρηση, την αντίσταση στην πρόοδο· σκεφτόμαστε την άρνηση της αλλαγής, την απολίθωση των παραδεδομένων προτύπων, την αναγωγή τους σε αυθεντία. Και πράγματι, υπάρχει στις λεγόμενες παραδοσιακές κοινωνίες ένας υπερτονισμός του παρελθόντος: υπερτονισμός που αντανακλά  πρίν απ΄’ όλα αντικειμενικές ανάγκες, αφού μιλάμε για κοινωνίες κατά κανό- [25] να αναλφάβητες, χωρίς συγκροτημένη επιστήμη και με στοιχειώδη τεχνολογία· επομένως, για κοινωνίες που έχουν πολύ μικρή ικανότητα να ανανεώσουν μόνες τη γνώση τους και είναι γι’ αυτό υποχρεωμένες – αν δεν θέλουν να πάνε πίσω – να στηρίξουν πριν απ’ όλα τη ζωή τους στα προηγούμενα, στις αναγνωρισμένες πρακτικές, στη γνώση των παλαιών, με μια λέξη στη παράδοση.

Από την άλλη μεριά, όταν μελετάμε με ποιο συγκεκριμένο τρόπο διαμορφώθηκε λ.χ. ο νεοελληνικός Καραγκιόζης ή το δημοτικό τραγούδι, αποκομίζουμε μιαν αίσθηση που δεν είναι λιγότερο δικαιολογημένη από την πρώτη μας εντύπωση. Προτού γίνει κοινό κτήμα, η παράδοση είναι μια ενέργεια, όπως το δείχνουν δύο πασίγνωστοι στίχοι, οι οποίοι προσεγγίζουν καλύτερα από κάθε ορισμό το παραδοσιακό ήθος:

Σ’ αυτόν τον κόσμο πού’ μαστε, άλλοι τον είχαν πρώτα

Σ’ εμάς τον παραδώκανε, κι άλλοι τον καρτερούνε

Αυτή η αδιάκοπη αναπροσαρμογή του παραδεδομένου ορίζει ουσιαστικά την προφορική παράδοση – και κάθε παράδοση…………………………………………….

……η παράδοση δεν αποτελεί απλώς μιαν πολιτισμική κληρονομιά, όπως αγαπάμε να το διακηρύσσουμε στις μέρες μας· αποτελεί προπάντων τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι αξιοποιούν αυτήν την κληρονομιά – τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί, εκφράζεται, αντιλαμβάνεται τον εαυτό της στο παρόν μια κοινότητα ανθρώπων. Με δυό λόγια: όχι απλώς μιαν περιουσία – το έχειν αυτής της κοινότητας – αλλά μιαν ουσία – το ίδιο της το είναι.

Σημειώσεις

[1] Πρόκειται για «κλασική» σκηνή του έργου  Ο Καραγκιόζης γραμματικός, όπως παίζεται ακόμα σήμερα από τους περισσότερους καραγκιοζοπαίχτες.


[2] Από τα δύο βιβλία μου που στρέφονται γύρω από το θέατρο σκιών, αναφέρομαι εδώ αποκλειστικά στο Προφορική παράδοση και ομαδική δημιουργία. Το παράδειγμα του Καραγκιόζη, Κέδρος 1983.

Το πρόβλημα της παράδοσης, σελίδες 13-27, εκδ. Νεφέλη, Αθήνα 2003


antifono gr

 

Saturday, January 14, 2012

«Η γνώση μας κάνει υπερήφανους, η σοφία ταπεινούς» Κλεόβουλος (Ο Ρόδιος)


Γράφει ο  Άγγελος Ζαγοριανός
-
Κάποτε στον τόπο που ζούμε υπήρχαν οι σοφοί. Ήταν άνθρωποι με γνώσεις, ευρύτητα πνεύματος, οξυδέρκεια, ευστροφία, άνθρωποι που μπορούσαν να κρίνουν, να διακρίνουν, να συσχετίσουν, να συνθέσουν και να αναλύσουν. Εκείνο που τους χαρακτήριζε, ήταν το ότι γνώριζαν τον εαυτό τους και αντιλαμβανόταν άμεσα τη λειτουργία του ανθρώπου σε σχέση με την κοινωνία και το περιβάλλον.



Saturday, December 10, 2011

ΣΤΙΣ ΑΠΟΘΗΚΕΣ ΤΟ ΝΕΟ ΒΙΒΛΙΟ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΗΣ ΣΤ’ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ! .....

Ρεπορτάζ: Χρήστος Τσαλικίδης
Ένα βιβλίο που θα έπρεπε να βρίσκεται ήδη στις σχολικές αίθουσες, αραχνιάζει στις αποθήκες του υπουργείου Παιδείας επειδή φαίνεται πως κάποιοι ενοχλούνται από το ελληνοκεντρικό περιεχόμενο του. Πρόκειται για το βιβλίο ιστορίας της ΣΤ΄ δημοτικού, την ευθύνη του οποίου έχει ως επικεφαλής της συγγραφικής ομάδας ο ομότιμος -πλέον- καθηγητής νεότερης και σύγχρονης ιστορίας στο Τμήμα ιστορίας και αρχαιολογίας του ΑΠΘ, Γιάννης Κολιόπουλος.